| |
Μερικοί
το βλέπουν ως άσκηση απόδοσης σύντομου και περιεκτικού λόγου.
Άλλοι ως ένα ακόμη προϊόν της τεχνολογίας, που στραγγαλίζει,
υποβαθμίζει και αλλοιώνει τη γλώσσα σε μία νέα πραγματικότητα
υποκατάστατων επικοινωνίας και άλλοι ως ένα διασκεδαστικό
μέσο παροχής της δυνατότητας για κουβεντούλα. Στην παρούσα
προσέγγιση, όμως, στόχος δεν είναι η περεταίρω αξιολόγηση
του φαινόμενου των γραπτών μηνυμάτων στα κινητά τηλέφωνα,
δεν θα διαχωριστούν τα μειονεκτήματα από πλεονεκτήματά τους,
ούτε θα αναλυθούν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τον σύγχρονο
αυτό τρόπο επικοινωνίας. Το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί στην
αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα: Για πιο λόγο και με
πιο τρόπο η υπηρεσία σύντομου μηνύματος (S.M.S.: Short Message
Service) της κινητής τηλεφωνικής μας συσκευής μπορεί να
συσχετιστεί με τον ήχο και τους όρους της μουσικής;
Αρχίζοντας
με ένα συμπερασματικό επιχείρημα κλασσικού συλλογισμού μπορεί
να εξηγηθεί σύντομα και απλά ο ισχυρισμός ότι «SMS είναι
η παρτιτούρα, συνθέτες εμείς». Δεχόμαστε πως η μουσική είναι
σύνολο ήχων, αποδοσμένων με τρόπο συγκεκριμένο, όπως τον
ορίζει και τον κατευθύνει ο συνθέτης της. Γνωρίζουμε ότι
η προσπάθεια να καταγραφεί το ηχητικό σύνολο (νότες για
σύμβολα) με σκοπό, αν διαβαστεί, να μπορεί να αναπαραχθεί
με τον ίδιο τρόπο, γίνεται με την παρτιτούρα. Εφόσον η ομιλία
είναι ήχοι, το SMS δεν είναι άλλο παρά η προσπάθειά μας
να συνθέσουμε και να καταγράψουμε (με σύμβολα τις λέξεις)
τα λόγια που θα θέλαμε να μεταφέρουμε σε ένα συνομιλητή.
Γιατί
λοιπόν δεν αναφερόμαστε στο γραπτό λόγο γενικότερα, που
επίσης αποτελεί καταγραφή προφορικής ομιλίας (δεδομένου
ότι ο προφορικός λόγος προΰπήρχε ιστορικά από τον γραπτό);
Τι το ιδιαίτερο και διαφορετικό έχει το SMS ως μορφή γραπτού
λόγου και μας θυμίζει -περισσότερο από κάθε άλλη μορφή επικοινωνίας-
ήχο και όχι κείμενο;
Δύσκολα
αποτυπώνονται γραπτά στοιχεία του προφορικού. Η προφορική
γλώσσα έχει ιδιότητες που η γραπτή μπορεί να χρησιμοποιήσει
μόνο περιγράφοντάς τες. Μία χειρονομία ή μία έκφραση του
προσώπου μπορεί να μεταφέρει περισσότερα μηνύματα από όσα
μία γραπτή πρόταση, χωρίς καν να διατυπωθεί λόγος. Κατά
τον ίδιο τρόπο, ορισμένα ηχητικά στοιχεία της ομιλίας με
τα οποία ο ομιλητής δίνει έμφαση και διαμορφώνει το ύφος
του λόγου του (παρατεταμένη διάρκεια εκφοράς φωνηέντων και
συμφώνων, διαφορετική ένταση φωνής στις λέξεις ή στις συλλαβές)
δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν από ένα συντάκτη γραπτού
κειμένου παρά μόνο με την παραβίαση των κανόνων συντακτικού
γραμματικής ή ορθογραφίας. Χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα,
θα προσπαθήσουμε να κάνουμε αντιληπτό το γεγονός ότι τα
SMS είναι η μόνη μορφή γραπτής επικοινωνίας που προσφέρεται
σε τόσο μεγάλο βαθμό για την εγγραφή του προφορικού στον
εγγράμματο λόγο. Ακολουθεί ένα μέρος συνομιλίας μεταξύ δύο
φίλων που πραγματοποιήθηκε μέσω μηνυμάτων κινητού τηλεφώνου:
Ela
re... tora eida to mnm. Hmmm...
2bHonest dn ksero oute ego.
An thelei na kanei autos 1α kinhsh.
Anw tha ta poume k to vradi. XXX
Τον
συγκεκριμένο τρόπο γραφής σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να τον
συναντήσουμε σε κανένα άλλο είδος γραπτού λόγου. Ακόμα και
σε φιλικό γράμμα αλληλογραφίας, απουσιάζουν τα χαρακτηριστικά
διαλόγου (παρά τις ερωτήσεις που περιμένουν απάντηση) και
υπερισχύει η μορφή αφήγησης. Ο λόγος που αυτό το είδος έκφρασης
στη γραπτή γλώσσα των SMS έχει επικρατήσει, οφείλεται στην
αμεσότητα της απόκρισης. Η αμεσότητα της απόκρισης οφείλεται
στη δυνατότητα που μας παρέχει η τεχνολογία (επικοινωνία
με SMS), ικανοποιώντας τις ανάγκες των απαιτήσεων μιας ταχύρρυθμης
ζωής. Στο παραπάνω μήνυμα εντοπίζουμε εύκολα χαρακτηριστικά
αμεσότητας, προφορικότητας και στοιχεία οικονομίας χρόνου
και «χώρου» (Ela re, mnm, hmmm, ..., 2bHonest, anw, k).
Δεν
θα πρέπει βέβαια να αγνοήσουμε την παρακάτω παρατήρηση.
Σε μία διαδικασία συζήτησης μέσω μηνυμάτων υπάρχουνε δύο
ήχοι. Ο ήχος του πομπού αν μας μιλούσε και ο ήχος που δημιουργεί
ο δέκτης από το SMS, σύμφωνα με το βαθμό γνωριμίας του με
τον πομπό και τις εμπειρίες του. Το γεγονός ότι ο «ήχος»
που ερμηνεύει ο παραλήπτης στο συγκεκριμένο SMS συμπίπτει
με τον «ήχο» του δέκτη, οφείλεται στο ότι γνωρίζονται από
πριν. Πιο συγκεκριμένα, ο ήχος ενός SMS εξαρτάται από το
πρόσωπο που το στέλνει και τη σχέση που έχει ο παραλήπτης
με αυτό. Ο τρόπος που ένας γνωστός μας εκφέρει μία φράση
στον προφορικό λόγο δε μας δημιουργεί απoρίες για το πώς
να ερμηνεύσουμε την ίδια φράση αν τη δούμε γραμμένη σε ένα
SMS. Αντίθετα, αν διαβάσουμε την ίδια φράση σε ένα SMS από
άγνωστο ως τώρα πρόσωπο, η διαδικασία αντίληψης του ήχου
του πομπού όπως εκείνος θα όριζε, είναι δύσκολη και όχι
πάντα επιτυχής. Άρα, συμπεραίνουμε ότι για τον δέκτη ισχύει
η εξίσωση: SMS + άτομο = ήχος. Όταν το άτομο είναι άγνωστο
σε εμάς τότε ο ήχος προκύπτει από την παρακάτω εξίσωση:
SMS + μέσος όρος προσωπικών εμπειριών = ήχος (αμφίβολης
εγκυρότητας).
Σίγουρα
μπορούμε να θεωρήσουμε ένα σταλθέν SMS ως παρτιτούρα αλλά
σίγουρα όχι ολοκληρωμένη. Στην ολοκλήρωσή της συμβάλλει
ο δέκτης πιθανολογώντας, μερικές φορές εύστοχα, παραδείγματος
χάριν για τις αξίες της κάθε νότας. Τελικά «ακουγόμαστε»
όπως μιλάμε χωρίς να μιλάμε και να «μιλάμε» όπως θα μιλούσαμε
χωρίς να ακουγόμαστε; Δυστυχώς όχι πάντα, καθώς θα ήμασταν
αναγκασμένοι να γνωρίζουμε και να μας γνωρίζει αν όχι ολόκληρος,
το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης!
|