| The
importance of verbal speech has been stressed by many fields
of linguistics. Speech is part of a social action, it connects
the members of a group, but simultaneously, it states the
objectivity of the speaker. According to many linguists,
such as Roman Jakobson, Andre Martinet, Leonard Bloomfield
and others, there are no homogeneous lingual societies nor
ideal speakers. These are all social constructions.
Lingual
reality is diverse and functional. In Greece, diversity
lies in the existence of neo-Hellenic dialects. Georgios
Hatzidakis was the first to deal with the study of dialects
but it had already started in France in the late 18th century.
The study of dialects and idioms shows the lingual, historical
and sociological aspects of the Greeks. According to lingual
studies and literature findings, the ancient Greek language
was divided in three dialects (Ionic, Doric, Achaean). Then,
it was unified in the form of Alexandrian Common language
and during the medieval period, the formation of neo-Hellenic
started. Some of the neo-Hellenic dialects are the Cretan,
the Cyprian and the Pontiac. The difference between a dialect
and an idiom lies in the difficulty the people who speak
the same language but are not locals have to understand
the dialect. On the contrary, in the case of an idiom, the
differences are not that big, so it can be understood by
everyone.
Nowadays,
one observes that the dialects give their place to a more
and more simplified and unified language. That tendency
had already started in the years of the Revolution. The
factors that lead to that direction are education, the mass
media, the way of life in the urban centres, the facilitation
of lan, sea and air communication. Even the standardization
of language without any dialect differentiations, is the
result of intense nationalism, which has happened in many
European countries as well as in Greece.
After
the foundation of the neo-Hellenic nation-state, the school
commits itself as a central lever to cultivate national
conscience through the infliction of a lingual model code.
Any differentiation to it is considered as bad lingual quality.
Therefore, the student, especially one from the rural areas
has difficulty in learning and has the so called “lingual
insecurity” making mistakes in expression, pauses, blanks
repetitions etc.
In
any language as well as in the Greek language, there can
be no static uniformity. The speakers, although obeying
in the context of a model code, have their own lingual style
and according to it, they express their feelings, their
love, pain, sarcasm etc. Also after oral intercourse one
can understand the age, the origin, the social identity
and the political ideas of a subject.
In
contrast to the consolidated school and state language,
the young are accused of creating newly built words and
declinations. That is a mistake since that is the way they
express their opposition towards anything conventional and
established.
According
to social linguistics, there is no right or wrong use of
language e.g is someone from North Greece wrong to put the
verb say in accusative ? No, because that syntax is correct
in this particular variation of the language.
In
conclusion, we will have to say that language is one of
the most powerful symbols of survival and evolution. It
is the living proof of the progress of a social group. The
Greek language, with its dialectic wealth and diversity
is a linking web of the Greek identity. Despite the wrong
perceptions about the right use of language as well as the
tendency for its unification, the existence of dialects
from the ancient times until today states that there is
linguistic past that connects to the present and the future
of the Greeks.
|
Η
μελέτη του φυσικού λόγου, αποτελεί κύριο αντικείμενο της
επιστήμης της γλωσσολογίας. Η σπουδαιότητα της προφορικής
ομιλίας έχει επισημανθεί από διάφορους κλάδους όπως η κοινωνιογλωσσολογία,
η εθνογλωσσολογία και η ψυχογλωσσολογία. Ο λόγος αποτελεί
σημαντικό μέσο διαμόρφωσης και κοινωνικοποίησης του ατόμου.
Είναι πάνω απ’όλα κοινωνική πράξη. Δηλώνει την υποκειμενικότητα
του ομιλούντος και την ταυτότητα των κοινωνικών ομάδων.
Σε κάθε γλωσσική κοινότητα, ο λόγος της κοινωνικής ομάδας
είναι το ενοποιητικό στοιχείο που συνδέει με ισχυρούς δεσμούς
τα μέλη της. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι αυτή που
κάνει διακριτή την κάθε κοινότητα. Ωστόσο, απόλυτα ομοιογενείς
γλωσσικές κοινότητες δεν υπάρχουν.
Σύμφωνα με τον Ρόμαν Γιάκομπσον, τον Λέοναρντ Μπλούμφιλντ,
τον Αντρέ Μαρτινέ και άλλους γλωσσολόγους, οι ομοιογενείς
γλωσσικές κοινότητες είναι «μύθος» και «απλοϊκή δοξασία».
Δεν υπάρχει «ομόγλωσση κοινότητα» ούτε «ιδανικός ομιλητής».
Αυτά αποτελούν κοινωνικές κατασκευές. Οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις
σε κάθε εθνική κοινότητα είναι πολλές ώστε υπάρχει η λεγόμενη
«κοινωνική πολυγλωσσία».
Η γλωσσική πραγματικότητα είναι ποικιλόμορφη και λειτουργική.
Υπάρχουν γεωγραφικές παραλλαγές (διάλεκτοι) γεωγραφικές
παραλλαγές που δεν είναι μεγάλες (αλλόλεκτοι) κοινωνικές
διάλεκτοι, κοινωνικές αλλόλεκτοι, συνθηματικές γλώσσες όπως
αυτές των συντεχνιών, των εκκλησιών, τα επιστημονικά ιδιώματα
και οι αργκό.
Όσον αφορά την ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, υπάρχει
μεγάλη διαλεκτική διαφοροποίηση χωρίς αυτό να σημαίνει πλήρη
διάσπαση της ελληνικής γλώσσας, όπως συνέβη με τις νεολατινικές.
Στην Ελλάδα, ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηματικά με τις
νεολατινικές διαλέκτους είναι ο Γεώργιος Χατζιδάκις. Βέβαια
η διαλεκτολογία είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από τη Γαλλία
στα τέλη του 18ου αιώνα με τον ρομαντισμό. Στη συνέχεια,
με το θέμα των διαλέκτων ασχολήθηκαν πολλές σχολές και διατυπώθηκαν
πολλές θεωρίες κι αντιλήψεις.
Η γνώση για τις νεοελληνικές διαλέκτους και τα ιδιώματα
φανερώνει όχι μόνο τη γλωσσολογική σημασία αλλά και την
ιστορικοκοινωνιολογική πλευρά των Ελλήνων. Τον τρόπο ζωής
τους, τη νοοτροπία και την ψυχολογία τους.
Οι διάλεκτοι της νεοελληνικής γλώσσας αρχίζουν να διαμορφώνονται
από τα μεσαιωνικά χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με γλωσσολογικές
μελέτες και λογοτεχνικά ευρήματα (κείμενα, επιγραφές κ.λπ.)
η αρχαία ελληνική ήταν χωρισμένη σε τρεις διαλέκτους (Ιωνική-Αχαϊκή-Δωρική).
Η ενοποίηση των τριών έγινε υπό τη μορφή της Κοινής κατά
τους αλεξανδρινούς χρόνους. Στη διάρκεια της μεσαιωνικής
περιόδου αρχίζει να διαμορφώνεται ο κορμός της κοινής νεοελληνικής
ενώ κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο αναπτύσσονται οι κατά
τόπους διάλεκτοι. Έτσι δημιουργήθηκε η κρητική, η κυπριακή
και η ροδίτικη. ¶λλες διάλεκτοι είναι η ποντιακή, η τσακωνική,
η καππαδοκική και η ελληνική της Ν. Ιταλίας. Σε όλες τις
άλλες τοπικές μορφές γλώσσες ταιριάζει ο όρος ιδίωμα. Η
διαφορά διαλέκτου και ιδιώματος έγκειται στο εξής: οι τοπικές
παραλλαγές μιας γλώσσας όταν είναι μεγάλες και είναι δύσκολο
να κατανοηθούν από ομόγλωσσους που δεν είναι ντόπιοι λέγονται
διάλεκτοι. Αντίθετα, στην περίπτωση του ιδιώματος, οι διαφορές
δεν είναι τόσο μεγάλες και γίνονται κατανοητές απ’ όλους.
Π.χ. χαρκούμαι=νομίζω, αθάσι=αμύγδαλο (κυπριακή διάλεκτος),
ουμιλία-ομιλία, αγουγή=μήνυση (ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς),
αγνάντια=αντίκρυ, γιόμα-μεσημέρι (ιδιώματα της Ηπείρου).
Στη σύγχρονη Ελλάδα, είναι αξιοσημείωτο να παρατηρήσει κανείς
ότι οι διάλεκτοι παραχωρούν ολοένα και περισσότερο τη θέση
τους σε μια ενιαία γλώσσα. Βέβαια η τάση αυτή έχει ξεκινήσει
παλαιότερα, από τα χρόνια του Αγώνα με την επικράτηση των
Πελοποννησιακών διαλέκτων έναντι της «παλιάς αθηναϊκής».
Πολλοί είναι οι παράγοντες που επιδρούν με σκοπό την ενιαιοποίηση
και ομογενοποίηση της γλώσσας της κοινωνικής ομάδας. Η εκπαίδευση,
το σχολείο, τα ΜΜΕ, η ζωή στα αστικά κέντρα, η διευκόλυνση
της χερσαίας, θαλάσσιας και εναέριας επικοινωνίας, οδηγούν
στο συγκερασμό των γλωσσικών διαφορών. Επίσης ο εθνικισμός,
ο αλφαβητισμός και η πολιτισμική, εθνοτική ταυτότητα συμβάλλουν
στην τυποποίηση της γλώσσας. Ας σημειωθεί ότι η τυποποιημένη
γλώσσα δίχως διαλεκτικές διαφοροποιήσεις αποτελεί σημαντική
διαδικασία στην πολιτική ενοποίηση. Στις ευρωπαϊκές χώρες,
η τυποποίηση αυτή έγινε σε περιόδους έντονου εθνισμού.
Στην Ελλάδα, μετά την ίδρυση του έθνους-κράτους, παρατηρείται
ιδιαίτερη έμφαση στην προάσπιση του εθνικού εαυτού και στην
απομάκρυνση οτιδήποτε ξένου. Το σχολείο, ως κεντρικός μοχλός
αυτής της τάσης, αναλαμβάνει να καλλιεργήσει την εθνική
συνείδηση. Έτσι η γλωσσική ομοιομορφία γίνεται απαραίτητη
προϋπόθεση για τη σωστή διαπαιδαγώγηση. Η δύναμη του γραπτού
λόγου και η επιβολή του επίσημου γλωσσικού προτύπου παραγκωνίζει
κάθε ομιλούμενη παραλλαγή. Συνέπεια αυτής της τακτικής είναι
η άποψη ότι κάθε διαλεκτική διαφοροποίηση που παρεκκλίνει
από το πρότυπο-κώδικα της εθνικής γλώσσας είναι κατώτερης
γλωσσικής ποιότητας.
Είναι γνωστό ότι παλαιότερα στα αθηναϊκά σχολεία, ο ερχομός
κάποιου παιδιού από την ελληνική περιφέρεια, την Κρήτη ή
την Κύπρο, δημιουργούσε σχόλια και γέλιο λόγω της ομιλίας
του. Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει αρκετά σε σχέση με
το παρελθόν. Ωστόσο ο μαθητής που προέρχεται ιδίως από αγροτικές
περιοχές δεν μπορεί να απομάθει εντελώς τη μητρική του διάλεκτο
και παρουσιάζει προβλήματα έκφρασης και κατανόησης. Ο ρόλος
του δασκάλου, ως προς το ζήτημα αυτό πρέπει να είναι βοηθητικός
και να μην προκαλεί επιπλοκή στην «αθώα» γλωσσική συμπεριφορά.
Όταν η παρέκκλιση από το «σωστό» πρότυπο της γλώσσας του
σχολείου οδηγεί σε εκφραστικά λάθη με παύσεις, κενά, επαναλήψεις
δημιουργεί τη λεγόμενη «γλωσσική ανασφάλεια». Ο μαθητής
παρουσιάζει μειωμένο ενδιαφέρον για μάθηση και ο δάσκαλος
παγιδεύεται στα δίχτυα του ορθού λόγου.
Καταδικάζοντας κανείς τη συνύπαρξη διαλέκτων και ιδιωμάτων
καταδικάζει και την γλωσσική δημιουργικότητα των παιδιών.
Π.χ. όταν ο δάσκαλος επισημαίνει ως σωστή τη λέξη «παλικαριά»
αντί για τη λέξη «νταιλίκι» δημιουργεί πρόβλημα, αφού ως
γνωστόν μια λέξη δεν είναι πάντα κατάλληλη για όλες τις
σημασιολογικές αποχρώσεις.
Σε κάθε γλώσσα, έτσι και στην ελληνική δεν μπορεί να υπάρξει
στατική ομοιομορφία. Είναι ουτοπικό να εκφράζει κανείς τα
συναισθήματά του, την αγάπη, τον πόνο, τον σαρκασμό, την
ειρωνεία με το ίδιο γλωσσικό ύφος. Είναι αυτονόητο πως κανένας
ομιλητής δεν μπορεί να υπακούει σε ένα μόνο γλωσσικό κώδικα,
αφού σε κάθε γλώσσα υπάρχουν πολλά εξατομικευμένα ιδιώματα,
λόγια και επίσημα, λαϊκά και συναισθηματικά. Έτσι μπορεί
να υποθέσει κανείς από τα λεγόμενα κάποιου π.χ. από το επιστημονικό
ιδίωμα, το κύρος και την αίγλη του ειδήμονα. Μπορεί δηλαδή,
από την ομιλία, να καταλάβει την ηλικία, την προέλευση,
την κοινωνική ταυτότητα, τις πολιτικές ιδέες του υποκειμένου
κ.ο.κ.
Εν αντιθέσει με την παγιωμένη γλώσσα που επιβάλλεται από
το σχολείο, τη διοικητική και την κοινωνική εξουσία, η γλώσσα
των νέων αμφισβητεί ό,τι είναι καθιερωμένο και δημιουργεί
νεολογισμούς και αποκλίσεις. Γι’ αυτό το λόγο, οι νέοι κατηγορούνται
από πολλούς για αγλωσσία και κακή γλωσσική ποιότητα. Η κατηγορία
αυτή δεν είναι βάσιμη, αφού οι νέοι με τη στάση τους αμφισβητούν,
διαμαρτύρονται, εκφράζουν την αντίθεσή τους με τις συμβατικές
δομές και θεσμούς.
Σύμφωνα με την κοινωνιογλωσσολογία, η «σωστή» χρήση της
γλώσσας είναι ο τυπικός κώδικας που χρησιμοποιούν τα μέλη
μιας γλωσσικής κοινότητας, ώστε να υπάρχει λειτουργική επικοινωνία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ομιλητής που κάνει για επιλογές
του, κάνει γλωσσικά λάθη. Π.χ. ο βορειοελλαδίτης που συντάσσει
τα ρήματα «μιλώ» και «λέω» με αιτιατική αντί γενικής είναι
γλωσσικά αγράμματος; Σαφώς όχι. Η επιλογή του είναι σωστή
γιατί η σύνταξη αυτή επικρατεί στη συγκεκριμένη παραλλαγή
της γλώσσας. Επίσης, ο τραγουδιστός επιτονισμός του Κερκυραίου
και η προφορά του τελικού «ν» σε ορισμένες καταλήξεις των
Κυπρίων, δεν αποτελούν λάθη αλλά τις διαφορετικές παραλλαγές
της επίσημης νεοελληνικής γλώσσας.
Καταλήγοντας, θα πρέπει να πούμε ότι η γλώσσα αποτελεί ένα
από τα ισχυρότερα σύμβολα επιβίωσης και εξέλιξης. Είναι
ζωντανή απόδειξη της προόδου μιας κοινωνικής ομάδας. Η ελληνική
γλώσσα, με τη μακραίωνη ιστορία και τον γλωσσικό της πλούτο,
αποτελεί τον συνδετικό ιστό της ταυτότητας των Ελλήνων.
Μέσα από τις διαλεκτικές διαφοροποιήσεις και τα ιδιώματα,
αναδεικνύεται η γλωσσική ποικιλομορφία και η κληρονομιά
του αρχαίου παρελθόντος. Παρά τις εσφαλμένες αντιλήψεις
για τη σωστή χρήση της γλώσσας και τη γενικευμένη τάση για
απλούστευση και συμμόρφωση προς μια ενιαία κοινή των αστικών
κέντρων, οι νεοελληνικές διάλεκτοι «χρωματίζουν» το ελληνικό
λεξιλόγιο και δηλώνουν ότι υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον
που συνδέει γλωσσικά τους Έλληνες.
|